ευκρινώς
επίρρημα1. Με τρόπο καθαρό, διαυγή και ευδιάκριτο στις αισθήσεις, ιδίως στην όραση ή την ακοή.
2. Με σαφήνεια, λογική τάξη και απόλυτη ακρίβεια στον λόγο, στη σκέψη ή στη γραφή, χωρίς περιθώρια παρανόησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από την κορυφή του λόφου διακρινόταν ευκρινώς ολόκληρος ο κάμπος.
- Παρά τον θόρυβο στην αίθουσα, η φωνή του καθηγητή ακουγόταν ευκρινώς.
- Το κείμενο του συμβολαίου διατυπώνει ευκρινώς τις υποχρεώσεις και των δύο πλευρών.
- Η ακτινογραφία έδειξε ευκρινώς το σημείο όπου είχε συμβεί το κάταγμα.