ευπροσάρμοστος
επίθετο1. Που προσαρμόζεται εύκολα, ταχέως και αποτελεσματικά σε νέα περιβάλλοντα, συνθήκες ή απαιτήσεις.
2. Που επιδέχεται εύκολα τροποποίηση ή εφαρμογή σε διάφορες χρήσεις και περιστάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απροσάρμοστος δυσπροσάρμοστος άκαμπτος ανελαστικός δύσκαμπτος αμετακίνητος αδιάλλακτος ανυποχώρητος ασυμβίβαστος δογματικός
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι εξαιρετικά ευπροσάρμοστος χαρακτήρας και δεν δυσκολεύτηκε καθόλου όταν μετακόμισε στο εξωτερικό.
- Η εταιρεία αναζητά έναν ευπροσάρμοστο επαγγελματία που να μπορεί να ανταποκριθεί σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.
- Τα παιδιά αποδεικνύονται συχνά πολύ πιο ευπροσάρμοστα από τους ενήλικες στις αλλαγές της καθημερινότητας.
- Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ευπροσάρμοστο σύστημα λογισμικού, ικανό να καλύψει τις ανάγκες κάθε επιχείρησης.