θαμπωμένος
επίθετο1. Αυτός που έχει χάσει προσωρινά την καθαρή όρασή του εξαιτίας υπερβολικά έντονου φωτός.
2. (Μεταφορικά) Αυτός που νιώθει έντονο θαυμασμό ή γοητεία, έχοντας εντυπωσιαστεί βαθιά από κάτι λαμπρό ή σπουδαίο.
Συνώνυμα
εκθαμβωμένος μαγεμένος γοητευμένος σαγηνευμένος εντυπωσιασμένος τυφλωμένος θολωμένος εκστασιασμένος πλανεμένος αποσβολωμένος κατάπληκτος ξεμυαλισμένος ζαλισμένος σκοτισμένος θαμπής
Αντώνυμα
αθάμπωτος ασυγκίνητος απαθής αδιάφορος προσγειωμένος διαυγής καθαρός ψύχραιμος υποψιασμένος λαμπερός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο οδηγός έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα θαμπωμένος από τα μεγάλα φώτα του επερχόμενου φορτηγού.
- Στεκόταν μπροστά στον πίνακα θαμπωμένος από τα έντονα χρώματα και τη δεξιοτεχνία του ζωγράφου.
- Κοίταξε έξω από το θαμπωμένο παράθυρο του λεωφορείου προσπαθώντας να διακρίνει τη στάση.
- Ήταν τόσο θαμπωμένη από τα πλούτη του, που δεν μπορούσε να διακρίνει τον πραγματικό του χαρακτήρα.