θλίβομαι
ρήμα1. Νιώθω βαριά συναισθηματική λύπη ή στενοχώρια, εξαιτίας απώλειας, απογοήτευσης ή άλλης πηγής πόνου.
2. Βιώνω εσωτερική δυσφορία ή ηθικό βάρος που μειώνει τη διάθεση και την ενεργητικότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα θλίβομαι για την απώλεια του αγαπημένου μου σκύλου.
- Πραγματικά θλίβομαι που δεν πήγα στη συνάντηση και έχασα την ευκαιρία.
- Όταν βλέπω ανθρώπους να υποφέρουν, θλίβομαι βαθιά.
- Θλίβομαι από την αδικία που επικρατεί στον χώρο εργασίας μας.
- Θλίβομαι που δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ στις προσδοκίες τους.