μελαγχολώ
ρήμα1. Βιώνω κατάσταση μελαγχολίας: νιώθω βαθιά ή επίμονη θλίψη, νοσταλγία ή απογοήτευση, συχνά με μείωση ενέργειας και ζωτικότητας.
Συνώνυμα
θλίβομαι στενοχωριέμαι λυπούμαι καταθλίβομαι κατσουφιάζω μαυρίζομαι στεναχωριέμαι νιώθω απογοητεύομαι βυθίζομαι σκοτεινιάζω μουδιάζω πικραίνομαι στενοχωρούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα μελαγχολώ χωρίς εμφανή λόγο.
- Όταν ακούω εκείνο το παλιό τραγούδι, μελαγχολώ.
- Μερικές φορές, νοσταλγώντας τα παιδικά χρόνια, μελαγχολώ.
- Ο χειμώνας με κάνει να μελαγχολώ περισσότερο.
- Παρά τις επιτυχίες, κάποιες νύχτες μελαγχολώ.