κατσουφιάζω

ρήμα

1. Παίρνω σκυθρωπή όψη από δυσαρέσκεια ή στενοχώρια, σουφρώνοντας το πρόσωπο ή τα φρύδια.

2. (μεταφορικά, για τον καιρό ή την ατμόσφαιρα) Συννεφιάζω, σκοτεινιάζω, γίνομαι βαρύς και μουντός.

Συνώνυμα

μουτρώνω σκυθρωπάζω στραβομουτσουνιάζω συνοφρυώνομαι συννεφιάζω σκοτεινιάζω κακιώνω χολώνομαι μελαγχολώ δυσφορώ μαυρίζω βαρυγκωμώ αγριεύω κακοκαρδίζομαι πικραίνομαι

Αντώνυμα

χαμογελώ ευθυμώ μειδιώ γελώ φωτίζομαι χαίρομαι αγαλλιάζω λάμπω γλυκαίνω ξεσκάω

Παραδείγματα χρήσης

  • Μόλις του είπαμε ότι δεν θα πάμε βόλτα, άρχισε αμέσως να κατσουφιάζει.
  • Γιατί κατσούφιασες έτσι; Σου είπε κανείς τίποτα κακό;
  • Ο ουρανός κατσούφιασε από το πρωί και σε λίγο φαίνεται πως θα βρέξει.
  • Μην κατσουφιάζετε για ασήμαντα πράγματα, η ζωή θέλει χαμόγελο.