ισοζύγιο

ουσιαστικό

1. Λογιστική κατάσταση ή πίνακας που αποτυπώνει και αντιπαραβάλλει τα χρεωστικά και πιστωτικά υπόλοιπα των λογαριασμών ή τις συνολικές οικονομικές συναλλαγές μιας οντότητας ή χώρας.

Συνώνυμα

ισορροπία ισοστάθμιση ισοσταθμία αντιστάθμιση απολογισμός ισολογισμός συμψηφισμός εξίσωση ισοδυναμία ισομέρεια συγκερασμός στάθμιση εκκαθάριση αποτέλεσμα ισοτιμία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας κατέγραψε θετικό πρόσημο χάρη στην αύξηση των εξαγωγών.
  • Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το ισοζύγιο δυνάμεων στην περιοχή έχει αλλάξει ριζικά.
  • Στο τέλος κάθε μήνα, το λογιστήριο υποχρεούται να εκδίδει το προσωρινό ισοζύγιο.
  • Για να διατηρήσεις σταθερό το σωματικό σου βάρος, πρέπει να υπάρχει σωστό θερμιδικό ισοζύγιο.