ισχνός
επίθετο1. Πολύ αδύνατος, λιπόσαρκος, με ελάχιστο σωματικό βάρος ή μυϊκή μάζα.
2. Πολύ μικρός σε ποσότητα, ένταση ή αξία· πενιχρός, ανεπαρκής.
3. Αδύναμος, χαμηλός σε ένταση (συνήθως για φωνή ή ήχο).
Συνώνυμα
αδύνατος λιπόσαρκος πενιχρός λιγνός καχεκτικός κοκαλιάρης σκελετωμένος ασθενικός ασθενής γλίσχρος ατροφικός ελάχιστος φτωχός αδύναμος μηδαμινός περιορισμένος στεγνός σιγανός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασθενής είχε μείνει ισχνός και καταβεβλημένος μετά τη μακρά νοσηλεία.
- Η κυβέρνηση κατάφερε να περάσει το νομοσχέδιο με μια ισχνή πλειοψηφία μίας μόλις ψήφου.
- Από το βάθος του διαδρόμου ακούστηκε μια ισχνή φωνή που ζητούσε βοήθεια.
- Τα οικονομικά κέρδη της επιχείρησης για το περασμένο έτος αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ισχνά.