καθηλωμένος

επίθετο

1. Που έχει υποχρεωθεί να παραμείνει ακίνητος σε έναν τόπο ή σε συγκεκριμένη θέση, λόγω ασθένειας, τραυματισμού ή εξωτερικού εμποδίου.

2. Που παρακολουθεί κάτι με αμείωτο ενδιαφέρον, έχοντας όλη την προσοχή του απόλυτα συγκεντρωμένη σε αυτό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έμεινε καθηλωμένος στο αναπηρικό αμαξίδιο μετά το σοβαρό τροχαίο ατύχημα.
  • Η εξαιρετική ερμηνεία των ηθοποιών κράτησε το κοινό καθηλωμένο μέχρι το τελευταίο λεπτό της παράστασης.
  • Λόγω των σφοδρών χιονοπτώσεων, δεκάδες αεροσκάφη παραμένουν καθηλωμένα στους διαδρόμους του αεροδρομίου.
  • Οι μισθοί των εργαζομένων βρίσκονται καθηλωμένοι στα ίδια επίπεδα εδώ και μία δεκαετία.