κατάβαση
ουσιαστικό1. Μετακίνηση ή πορεία από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο.
2. Αθλητικό αγώνισμα ή δραστηριότητα ταχείας καθόδου σε πλαγιά (με σκι, ποδήλατο κ.λπ.).
3. (Μυθολογία/Θρησκεία) Η κάθοδος στον Κάτω Κόσμο ή στον Άδη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάβαση του βουνού αποδείχθηκε πολύ πιο επικίνδυνη και κοπιαστική από την ανάβαση.
- Ο σκιέρ σημείωσε τον καλύτερο χρόνο στη γρήγορη κατάβαση και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο.
- Στην ελληνική μυθολογία, η κατάβαση του Ορφέα στον Άδη έγινε με σκοπό να φέρει πίσω την Ευρυδίκη.
- Ξεκινήσαμε την κατάβασή μας προς το φαράγγι νωρίς το ξημέρωμα για να αποφύγουμε τη μεσημεριανή ζέστη.