κατατάσσω
ρήμα1. Τοποθετώ πρόσωπα, πράγματα ή έννοιες σε ορισμένη τάξη, κατηγορία, ομάδα ή βαθμίδα σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια.
2. Εντάσσω κάποιον στις ένοπλες δυνάμεις ή σε άλλο ένστολο σώμα για να εκπληρώσει τη θητεία του ή να υπηρετήσει.
Συνώνυμα
ταξινομώ κατηγοριοποιώ συγκαταλέγω εντάσσω στρατολογώ ομαδοποιώ ιεραρχώ διαβαθμίζω τοποθετώ συναριθμώ διατάσσω στρατεύω εγγράφω ενσωματώνω συστηματοποιώ επιστρατεύω συμπεριλαμβάνω αξιολογώ ξεχωρίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διεθνής επιτροπή κατέταξε τη χώρα ανάμεσα στους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς παγκοσμίως.
- Τον επόμενο μήνα κατατάσσεται στις τάξεις του στρατού ξηράς για να υπηρετήσει τη θητεία του.
- Ο καθηγητής μάς ζήτησε να κατατάξουμε τα ευρήματα της ανασκαφής βάσει της χρονολογίας τους.
- Οι περισσότεροι κριτικοί τον κατατάσσουν ανάμεσα στους σπουδαιότερους πεζογράφους της γενιάς του.