ανακατεύω
ρήμα1. Κινώ ή γυρίζω υλικά (υγρά ή στερεά) με τα χέρια ή με εργαλείο ώστε να αναμειχθούν, να ομογενοποιηθούν ή να διαλυθούν συστατικά.
2. Μετακινώ ή αναδιατάσσω στοιχεία μέσα σε ένα σύνολο, προκαλώντας διαφορετική διάταξη ή διασπορά τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ανακατεύω τον καφέ μου με ένα κουταλάκι.
- Πριν ψήσω το κέικ, ανακατεύω καλά τα υλικά στο μεγάλο μπολ.
- Πριν μοιράσω τα χαρτιά, ανακατεύω την τράπουλα δυνατά.
- Στο εργαστήριο ανακατεύω το διάλυμα για πέντε λεπτά προτού το αφήσω να ηρεμήσει.
- Όταν οργανώνω το πρόγραμμα, μερικές φορές ανακατεύω τις ημερομηνίες και μπερδεύομαι.
- Στις οικογενειακές συζητήσεις προσπαθώ να μην ανακατεύω αν δεν ζητηθεί η γνώμη μου.