κατασταλάζω
ρήμα1. Αφήνω ή επιτρέπω σε σωματίδια ή ιζήματα ενός υγρού να συγκεντρωθούν και να εγκατασταθούν στον πυθμένα ή σε χαμηλότερο επίπεδο.
2. Σχηματίζω ή αφήνω σταγόνες που πέφτουν σταδιακά από επιφάνειες ή όγκους υγρών.
Συνώνυμα
καθίζω στάζω σταλάζω πήζω κρυσταλλώνω συμπυκνώνω αποφασίζω εναποθέτω οριστικοποιώ επιλέγω καταλήγω ξεκαθαρίζω σχηματίζω βολεύομαι συγκεντρώνομαι σοβαρεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νερό της βροχής κατασταλάζει στα παράθυρα το πρωί.
- Το μελάνι κατασταλάζει αργά πάνω στο λευκό χαρτί.
- Μετά από πολλή σκέψη, η ομάδα κατασταλάζει στην τελική πρόταση.
- Ύστερα από δοκιμές σε πολλά πιάτα, εγώ κατασταλάζω στο σούσι.
- Με τον καιρό, τα συναισθήματά της κατασταλάζουν και βρίσκει ηρεμία.