αναμοχλεύω

ρήμα

1. Σκαλίζω τη θράκα, τα κάρβουνα ή τη στάχτη με εργαλείο ώστε να δυναμώσει η φωτιά.

2. Επαναφέρω στη μνήμη ή στη δημόσια συζήτηση παλιά, συνήθως δυσάρεστα, γεγονότα, πάθη ή διαφορές.

3. Υποκινώ, εξάπτω ή αναταράσσω συναισθήματα και εντάσεις.

Συνώνυμα

σκαλίζω υποδαυλίζω ανακινώ αναρριπίζω σκαλεύω ανακατεύω εξάπτω πυροδοτώ ξανανοίγω υποθάλπω διεγείρω ξυπνώ φουντώνω αναδεύω επαναφέρω ταράζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν έχει κανένα νόημα να αναμοχλεύεις τα λάθη του παρελθόντος, το μόνο που καταφέρνεις είναι να πληγώνεσαι.
  • Ο παππούς πήρε τη μασιά και αναμόχλευσε τα κάρβουνα στο τζάκι για να ζεστάνει το δωμάτιο.
  • Η εμπρηστική του δήλωση αναμόχλευσε παλιές πολιτικές έχθρες που είχαν σχεδόν ξεχαστεί.
  • Κάθε φορά που βλέπει αυτές τις φωτογραφίες, αναμοχλεύονται μέσα της οδυνηρές αναμνήσεις.