κατατρεγμένος
επίθετο1. Αυτός που υφίσταται συνεχείς διώξεις, εχθρότητα ή αδικίες από άλλους ανθρώπους, την εξουσία ή την κοινωνία.
2. Αυτός που βασανίζεται αδιάκοπα από τη μοίρα, τη φτώχεια ή αντίξοες συνθήκες ζωής· ο κακότυχος και ταλαιπωρημένος.
Συνώνυμα
κυνηγημένος καταδιωγμένος διωγμένος διωκόμενος καταπιεσμένος τυραννισμένος βασανισμένος ταλαιπωρημένος αδικημένος κακοπαθημένος πολυβασανισμένος αποδιωγμένος δύσμοιρος κακότυχος δυστυχής παρίας περιφρονημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άνοιξε το σπίτι του και πρόσφερε καταφύγιο σε κάθε κατατρεγμένο που είχε ανάγκη.
- Σε όλη της τη ζωή ένιωθε μια κατατρεγμένη ύπαρξη, σημαδεμένη από τη φτώχεια και τις αδικίες.
- Το μυθιστόρημα εξιστορεί τις περιπέτειες μιας οικογένειας κατατρεγμένων προσφύγων.
- Οι κατατρεγμένοι αυτού του τόπου βρήκαν τελικά παρηγοριά και αλληλεγγύη στους κατοίκους του χωριού.