περιφρονημένος

επίθετο

1. Αυτός που αντιμετωπίζεται με απαξίωση, εμπαιγμό ή πλήρη έλλειψη σεβασμού.

2. Αυτός που έχει παραμεληθεί, αγνοηθεί ή παραγκωνιστεί, χωρίς να του αναγνωρίζεται η αξία του.

Συνώνυμα

καταφρονεμένος απαξιωμένος υποτιμημένος ταπεινωμένος παραπεταμένος παραμελημένος απόβλητος χλευασμένος εξευτελισμένος παραγνωρισμένος αποδιοπομπαίος κατατρεγμένος εξοστρακισμένος φτυσμένος αδικημένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωθε περιφρονημένος από τους παλιούς του φίλους μετά την οικονομική του κατάρρευση.
  • Το έργο του ποιητή έμεινε περιφρονημένο για δεκαετίες, μέχρι να ανακαλυφθεί η πραγματική του αξία.
  • Ήταν μια γυναίκα βαθιά πληγωμένη και περιφρονημένη από την κλειστή κοινωνία του χωριού.
  • Οι φτωχοί και οι περιφρονημένοι βρήκαν καταφύγιο και ελπίδα στα λόγια του.