κατσουφιάζω
ρήμα1. Παίρνω σκυθρωπή όψη από δυσαρέσκεια ή στενοχώρια, σουφρώνοντας το πρόσωπο ή τα φρύδια.
2. (μεταφορικά, για τον καιρό ή την ατμόσφαιρα) Συννεφιάζω, σκοτεινιάζω, γίνομαι βαρύς και μουντός.
Συνώνυμα
μουτρώνω σκυθρωπάζω στραβομουτσουνιάζω συνοφρυώνομαι συννεφιάζω σκοτεινιάζω κακιώνω χολώνομαι μελαγχολώ δυσφορώ μαυρίζω βαρυγκωμώ αγριεύω κακοκαρδίζομαι πικραίνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις του είπαμε ότι δεν θα πάμε βόλτα, άρχισε αμέσως να κατσουφιάζει.
- Γιατί κατσούφιασες έτσι; Σου είπε κανείς τίποτα κακό;
- Ο ουρανός κατσούφιασε από το πρωί και σε λίγο φαίνεται πως θα βρέξει.
- Μην κατσουφιάζετε για ασήμαντα πράγματα, η ζωή θέλει χαμόγελο.