κιτς
ουσιαστικό1. Έργο τέχνης ή αντικείμενο κατώτερης ποιότητας και ευτελούς αισθητικής αξίας, που αποσκοπεί σε εύκολη εντύπωση ή συναισθηματισμό.
2. Οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από κακογουστιά, υπερβολή, επιτήδευση ή απουσία μέτρου και καλαισθησίας.
Συνώνυμα
κακογουστιά κιτσαριό κιτσίλα ακαλαισθησία κακόγουστο ακαλαίσθητο φτήνια ευτέλεια μπανάλ φτηνιάρικο ευτελές κακότεχνο κραυγαλέο παραφορτωμένο εξεζητημένο επιτηδευμένο ρηχό
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σαλόνι του ήταν γεμάτο επιχρυσωμένα αγαλματίδια και θεωρήθηκε από όλους η επιτομή του κιτς.
- Φορούσε ένα κιτς πουκάμισο με φωσφοριζέ σχέδια που τραβούσε αρνητικά όλα τα βλέμματα.
- Πολλοί τουρίστες αγοράζουν αυτά τα αναμνηστικά, παρόλο που αποτελούν δείγματα καθαρού κιτς.
- Η διακόσμηση του χώρου ισορροπούσε επικίνδυνα ανάμεσα στο εκκεντρικό και το κιτς.