κλωστή
ουσιαστικό1. Λεπτό και επίμηκες προϊόν από τη συστροφή υφαντικών ινών, κατάλληλο κυρίως για ράψιμο, κέντημα ή ύφανση.
2. Οτιδήποτε εξαιρετικά λεπτό, αχνό ή εύθραυστο που συνδέει καταστάσεις ή γεγονότα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθούσε για ώρα να περάσει την κλωστή στην τρύπα της βελόνας.
- Η τύχη της επιχείρησης κρέμεται κυριολεκτικά από μια κλωστή.
- Αγόρασε πολύχρωμες μεταξωτές κλωστές για να ολοκληρώσει το εργόχειρο.
- Τραβήχτηκε μια κλωστή από το αγαπημένο μου πουλόβερ και άρχισε να ξηλώνεται.