κοινοτικά
επίρρημα1. Με συλλογικό τρόπο, στο πλαίσιο ή προς όφελος μιας κοινότητας ή ομάδας ανθρώπων.
2. Σε επίπεδο ή σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην Ευρωπαϊκής Κοινότητας).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων αποφασίστηκε να αντιμετωπιστεί κοινοτικά, με τη σύμπραξη όλων των κατοίκων.
- Το συγκεκριμένο αγροτικό προϊόν προστατεύεται πλέον κοινοτικά με βάση τη νομοθεσία των Βρυξελλών.
- Οι παραγωγοί οργάνωσαν τη διάθεση της σοδειάς τους κοινοτικά, εξασφαλίζοντας καλύτερες τιμές στην αγορά.
- Οι περιβαλλοντικές προδιαγραφές δεν ορίζονται μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά ρυθμίζονται κοινοτικά.