προσωπικά
επίρρημα1. Από προσωπική σκοπιά, όσον αφορά την προσωπική άποψη ή θέση του ομιλητή.
2. Με προσωπική παρουσία του ίδιου του ατόμου, ιδιοχείρως και όχι δια αντιπροσώπου.
3. Με ιδιωτικό ή μη δημόσιο τρόπο, σε προσωπικό επίπεδο και χωρίς ευρεία κοινοποίηση.
Συνώνυμα
προσωπικώς ατομικά ατομικώς ιδιωτικά ιδιωτικώς υποκειμενικά αυτοπροσώπως απευθείας εξατομικευμένα μεμονωμένα ειλικρινά ανεπίσημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ προσωπικά προτιμώ τον καφέ χωρίς ζάχαρη.
- Θα το φροντίσω προσωπικά.
- Μην αγγίζεις τα προσωπικά του αντικείμενα.
- Μπορούμε να μιλήσουμε προσωπικά μετά τη συνάντηση.
- Ο διευθυντής εξυπηρετεί προσωπικά τους πελάτες του.
- Παρόλο που συμφωνώ γενικά, προσωπικά ανησυχώ για το κόστος.