κοφτά
επίρρημα1. Με τρόπο απότομο, ξερό και κατηγορηματικό, χωρίς περιστροφές ή περιττές ευγένειες.
2. Με σύντομες, διακεκομμένες κινήσεις, ήχους ή ανάσες· ασυνεχώς.
3. Σύντομα, περιεκτικά και λακωνικά.
Συνώνυμα
απότομα ξερά λακωνικά κατηγορηματικά στεγνά βραχύλογα επιγραμματικά απερίφραστα διακεκομμένα κομματιαστά σύντομα ωμά τραχιά σκληρά σπασμωδικά περιεκτικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην του μιλάς τόσο κοφτά, δεν σου έφταιξε σε τίποτα.
- Απάντησε κοφτά με ένα «όχι» και έκλεισε αμέσως το τηλέφωνο.
- Ανέπνεε κοφτά και γρήγορα μετά από το εξαντλητικό τρέξιμο.
- Έδινε τις οδηγίες κοφτά και αποφασιστικά, χωρίς να αφήνει περιθώρια για αντιρρήσεις.