σπασμωδικά
επίρρημα1. Με μυϊκούς σπασμούς, με απότομες, απότομα επαναλαμβανόμενες και ακούσιες συσπάσεις του σώματος.
2. Χωρίς λογικό σχεδιασμό, μεθοδικότητα ή ψυχραιμία· με τρόπο ασυντόνιστο, αποσπασματικό, παρορμητικό και συχνά υπό το κράτος πανικού.
Συνώνυμα
ασυντόνιστα συσπαστικά αποσπασματικά ασχεδίαστα ακανόνιστα άναρχα αλλοπρόσαλλα πανικόβλητα βεβιασμένα παρορμητικά απότομα άτακτα ασύνδετα τρεμουλιαστά επιπόλαια ασυλλόγιστα
Αντώνυμα
μεθοδικά συντονισμένα οργανωμένα προγραμματισμένα ψύχραιμα ομαλά ρυθμικά συγκροτημένα σταθερά αρμονικά
Παραδείγματα χρήσης
- Αντέδρασε σπασμωδικά στην κριτική, παίρνοντας βιαστικές αποφάσεις που επιδείνωσαν την κατάσταση.
- Ανέπνεε σπασμωδικά από την ταραχή του και δυσκολευόταν να μιλήσει καθαρά.
- Το σώμα του ασθενούς κουνιόταν σπασμωδικά κατά τη διάρκεια της κρίσης.
- Η διοίκηση κινήθηκε σπασμωδικά χωρίς να περιμένει την ολοκλήρωση της έρευνας.