προγραμματισμένα
επίρρημα1. Με βάση προκαθορισμένο σχέδιο ή χρονοδιάγραμμα, σύμφωνα με όσα έχουν οριστεί εκ των προτέρων.
2. Με τάξη, οργάνωση και συστηματικότητα.
Συνώνυμα
σχεδιασμένα προσχεδιασμένα οργανωμένα μεθοδικά κανονισμένα προμελετημένα συστηματικά υπολογισμένα ρυθμισμένα προβλεπόμενα πειθαρχημένα σκοπίμως συνειδητά τυποποιημένα
Αντώνυμα
απρογραμμάτιστα ασχεδίαστα ανοργάνωτα αυθόρμητα τυχαία απρομελέτητα άναρχα απρόβλεπτα άτακτα συμπτωματικά σπασμωδικά περιστασιακά
Παραδείγματα χρήσης
- Όλες οι εργασίες εξελίχθηκαν προγραμματισμένα και χωρίς καμία καθυστέρηση.
- Πρέπει να κινηθούμε προγραμματισμένα αν θέλουμε να παραδώσουμε το έργο στην ώρα του.
- Τα ραντεβού για τις εξετάσεις ήταν προγραμματισμένα ανά δεκαπέντε λεπτά.
- Δεν αντέδρασε εν θερμώ, αλλά εντελώς προγραμματισμένα και μεθοδικά.