υπολογισμένα
επίρρημα1. Μετά από προσεκτικό σχεδιασμό, μελέτη ή περίσκεψη, συχνά με σκοπιμότητα ή επιδίωξη οφέλους.
2. Κατόπιν ποσοτικού προσδιορισμού, μέτρησης ή μαθηματικής εκτίμησης.
Συνώνυμα
μελετημένα προμελετημένα εσκεμμένα σκόπιμα σχεδιασμένα ζυγισμένα σταθμισμένα στρατηγικά προγραμματισμένα μετρημένα συνειδητά συμφεροντολογικά προσεκτικά συνετά επακριβώς μαθηματικά
Αντώνυμα
αυθόρμητα απρομελέτητα απροσχεδίαστα αστόχαστα ανυπολόγιστα παρορμητικά ασυλλόγιστα τυχαία απρόσεκτα αλόγιστα αυτοσχέδια
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν μίλησε τυχαία· είπε εκείνα τα λόγια πολύ υπολογισμένα για να προκαλέσει αντιδράσεις.
- Ενήργησε ψυχρά και υπολογισμένα, αποβλέποντας αποκλειστικά στο δικό του όφελος.
- Κάθε κίνηση της ομάδας στη διάρκεια του αγώνα ήταν υπολογισμένα εκτελεσμένη.
- Ξόδευε υπολογισμένα τα χρήματά του ώστε να μην ξεπεράσει τον μηνιαίο προϋπολογισμό.