κρατιέμαι
ρήμα1. Συγκρατώ τον εαυτό μου, περιορίζοντας ή αναστέλλοντας λόγια, συναισθήματα ή ενέργειες ώστε να μην εκδηλωθούν.
2. Διατηρώ επαφή ή στήριξη πάνω σε κάτι (π.χ. κρατιέμαι από το χέρι ή από λαβή) για να μην χάσω την ισορροπία ή τη θέση μου.
Συνώνυμα
συγκρατούμαι πιάνομαι κρατούμαι συγκρατώ κρατώ αντέχω υπομένω καταπνίγω καταπιέζομαι αναχαιτίζομαι περιορίζομαι σιωπώ κατακρατώ αναστέλλομαι σφίγγομαι αρπάζομαι επιβιώνω αντιστέκομαι απέχω φιμώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο λεωφορείο κρατιέμαι από το κάγκελο για να μη χάσω την ισορροπία.
- Παρά το θυμό μου, κρατιέμαι και δεν της απαντώ επιθετικά.
- Με τα αστεία του, δεν κρατιέμαι και ξεσπάω σε γέλια.
- Προσπαθώ να κρατιέμαι στα κιλά μου με υγιεινή διατροφή και άσκηση.
- Προσπάθησα να κρατιέμαι και να μην κλάψω στη δυσάρεστη είδηση.