ληστεύω

ρήμα

1. Αφαιρώ ξένη περιουσία με χρήση βίας ή απειλής.

2. Διαπράττω κλοπή ή λεηλασία μεγάλης κλίμακας.

3. (μεταφορικά) Χρεώνω υπερβολικά κάποιον, εκμεταλλεύομαι οικονομικά.

4. (μεταφορικά) Στερώ από κάποιον άδικα κάτι πολύτιμο, όπως χρόνο, νιάτα ή ελπίδα.

Συνώνυμα

κουρσεύω λεηλατώ διαγουμίζω πλιατσικολογώ κλέβω αρπάζω αφαρπάζω γδύνω γδέρνω ξαφρίζω βουτάω σκυλεύω απομυζώ χαρατσώνω υπερχρεώνω απαλλοτριώνω ιδιοποιούμαι στερώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δύο ένοπλοι κουκουλοφόροι λήστεψαν το υποκατάστημα της τράπεζας στο κέντρο.
  • Με αυτές τις εξωφρενικές τιμές στο νησί, νιώθεις ότι σε ληστεύουν κανονικά.
  • Η βαριά ασθένεια της λήστεψε τα καλύτερα χρόνια της ζωής της.
  • Προσπάθησαν να τον ληστέψουν σε ένα σκοτεινό σοκάκι, αλλά κατάφερε να ξεφύγει.