λιποψυχία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη ψυχικού σθένους, δειλία ή υποχώρηση μπροστά στον κίνδυνο, στις δυσκολίες ή σε κρίσιμες περιστάσεις.

2. Πρόσκαιρη απώλεια των αισθήσεων, λιποθυμία.

Συνώνυμα

δειλία ανανδρία ολιγοψυχία αψυχία ατολμία μικροψυχία δειλίαση λιποθυμία φόβος δισταγμός πτοία κάμψη υποχώρηση συγκοπή διστακτικότητα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην πιο κρίσιμη στιγμή της σύγκρουσης δεν έδειξε καμία λιποψυχία και προχώρησε μπροστά.
  • Η απόφασή του να εγκαταλείψει τους συμμάχους του θεωρήθηκε από όλους πράξη ασυγχώρητης λιποψυχίας.
  • Παρά τις πιέσεις και τις απειλές, στάθηκε όρθιος χωρίς λιποψυχία απέναντι στις αντιξοότητες.
  • Από την έντονη εξάντληση και τη συγκίνηση τον κατέλαβε ξαφνική λιποψυχία και σωριάστηκε στο έδαφος.