μικροψυχία

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή στάση χαρακτήρα που εκφράζει στενή, κλειστή διάθεση και προδιάθεση προς μικροεπιθετικές ή πικρές συμπεριφορές, με έμφαση σε ασήμαντες προσβολές και προσωπικές αντιπαραθέσεις.

Συνώνυμα

μικρότητα στενοψυχία μικροπρέπεια κακία στενοκεφαλιά εμπάθεια δειλία στενότητα τσιγκουνιά μνησικακία φθόνος σκληρότητα πικρία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μικροψυχία του έγινε φανερή όταν αρνήθηκε να συγχαρεί τη συνάδελφο για την προαγωγή.
  • Στην οικογένεια, λίγη μικροψυχία αρκεί για να χαλάσουν οι σχέσεις.
  • Η δημόσια αντιπαράθεση έδειξε ότι η μικροψυχία των πολιτικών κοστίζει στους πολίτες.
  • Η άρνησή του να βοηθήσει αποδείκνυε την μικροψυχία του.
  • Αν θέλουμε να προχωρήσουμε ως ομάδα, πρέπει να ξεπεράσουμε την μικροψυχία και τις προσωπικές σκοπιμότητες.