ανιδιοτέλεια
ουσιαστικό1. Η ψυχική διάθεση ή συμπεριφορά κατά την οποία κάποιος ενεργεί χωρίς να επιδιώκει προσωπικό όφελος, κέρδος ή ίδιον συμφέρον.
2. Η απουσία υστεροβουλίας και η έμπρακτη αφοσίωση στο καλό των άλλων με αίσθημα αυτοπροσφοράς.
Συνώνυμα
αφιλοκέρδεια αλτρουισμός αυτοπροσφορά αυταπάρνηση αφιλοχρηματία μεγαλοψυχία αυτοθυσία φιλανθρωπία γενναιοδωρία αγαθοσύνη αφιλοδοξία ευποιία
Αντώνυμα
ιδιοτέλεια συμφεροντολογία εγωισμός υστεροβουλία κερδοσκοπία φιλοχρηματία φιλοκέρδεια πλεονεξία απληστία ατομικισμός ωφελιμισμός καιροσκοπισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Διακρίνεται για την ανιδιοτέλειά της, καθώς βοηθά τους συνανθρώπους της χωρίς ποτέ να περιμένει κάποιο αντάλλαγμα.
- Η προσφορά του στον εθελοντικό οργανισμό υπήρξε υπόδειγμα σπάνιας ανιδιοτέλειας.
- Στον χώρο της πολιτικής δεν συναντά κανείς συχνά πράξεις απόλυτης ανιδιοτέλειας.
- Μας συγκίνησε η βαθιά ανιδιοτέλεια με την οποία παραχώρησε την περιουσία του για την ανέγερση του σχολείου.