ιδιοτέλεια

ουσιαστικό

Η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος ή κέρδους ως αποκλειστικού ή πρωταρχικού κινήτρου συμπεριφοράς, συνήθως σε βάρος των άλλων ή του κοινού καλού.

Συνώνυμα

συμφεροντολογία υστεροβουλία ωφελιμισμός φιλοκερδία εγωισμός ατομισμός υπολογιστικότητα πλεονεξία κερδοσκοπία φιλαυτία συμφέρον καιροσκοπισμός απληστία αρπακτικότητα

Αντώνυμα

ανιδιοτέλεια αλτρουισμός αφιλοκέρδεια αυταπάρνηση φιλαλληλία μεγαλοψυχία γενναιοδωρία αλληλεγγύη αυτοθυσία αγαθοεργία

Παραδείγματα χρήσης

  • Ενήργησε χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας, προσφέροντας όλη του την περιουσία στο νοσοκομείο.
  • Πίσω από τα φαινομενικά καλά του λόγια κρυβόταν βαθιά ιδιοτέλεια και υπολογισμός.
  • Η ιδιοτέλεια ορισμένων παραγόντων στάθηκε εμπόδιο στην ολοκλήρωση του κοινωφελούς έργου.
  • Αγωνίστηκε με πάθος για τα δικαιώματα των εργαζομένων, μένοντας μακριά από προσωπικές ιδιοτέλειες.