τσιγκουνιά

ουσιαστικό

1. Υπερβολική απροθυμία για δαπάνη χρημάτων ή διάθεση αγαθών, ακόμη και για βασικές ανάγκες· φιλαργυρία.

2. Πράξη, εκδήλωση ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υπερβολική φειδώ και έλλειψη γενναιοδωρίας.

Συνώνυμα

φιλαργυρία σφιχτοχεριά μιζέρια φειδώ μικροπρέπεια μικροψυχία στενοψυχία στενοκαρδία λιτότητα ολιγάρκεια κακομοιριά απληστία

Αντώνυμα

γενναιοδωρία απλοχεριά ανοιχτοχεριά σκορποχεριά σπατάλη ασωτία αρχοντιά μεγαλοψυχία ευεργεσία

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τσιγκουνιά του είναι παροιμιώδης, καθώς προτιμά να περπατήσει χιλιόμετρα παρά να πληρώσει εισιτήριο.
  • Παρ' όλα τα πλούτη του, έζησε στερημένη ζωή εξαιτίας της αρρωστημένης τσιγκουνιάς του.
  • Δεν περίμενα τέτοια τσιγκουνιά στα συναισθήματά σου μετά από τόσα χρόνια σχέσης.
  • Ήταν μεγάλη τσιγκουνιά να μην αφήσουν ούτε ένα ευρώ φιλοδώρημα μετά από τόσο πλούσιο γεύμα.