φειδώ

ουσιαστικό

1. Προσεκτική, συνετή και με μέτρο διαχείριση υλικών αγαθών, πόρων ή δυνάμεων, με σκοπό την αποφυγή της σπατάλης· οικονομία.

2. Επιφυλακτικότητα, συγκράτηση και μέτρο στην έκφραση συναισθημάτων, επαίνων ή λόγων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

σπατάλη κατασπατάληση ασωτία αμετρία υπερβολή σκορπισμός απερισκεψία αφθονία

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρέπει να καταναλώνουμε το νερό με φειδώ, ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
  • Ήταν άνθρωπος λιγομίλητος και μοίραζε τους επαίνους του με εξαιρετική φειδώ.
  • Σε περιόδους οικονομικής στενότητας απαιτείται αυστηρή φειδώ στις δημόσιες δαπάνες.
  • Διαχειρίστηκε τις δυνάμεις του με φειδώ και κατάφερε να τερματίσει στον μαραθώνιο.