κακομοιριά

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ανέχειας, φτώχειας ή εξαθλίωσης· υλική και βιοτική στέρηση.

2. Ψυχική στάση ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από μιζέρια, μεμψιμοιρία, μικροπρέπεια ή έλλειψη αξιοπρέπειας και δυναμισμού.

Συνώνυμα

μιζέρια κακοριζικιά αθλιότητα δυστυχία κακοδαιμονία κακοπάθεια ανέχεια ένδεια εξαθλίωση μεμψιμοιρία μικροπρέπεια κακοζωία φτώχεια κακοτυχία ταλαιπωρία μοιρολατρία φτήνια μαυρίλα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν άντεχε άλλο την κακομοιριά του χωριού και αποφάσισε να μεταναστεύσει.
  • Άσε πια αυτή την κακομοιριά και προσπάθησε να δεις τη θετική πλευρά των πραγμάτων.
  • Το εγκαταλελειμμένο κτίριο εξέπεμπε μια αφόρητη κακομοιριά.
  • Παρά τη φτώχεια τους, ζούσαν με αξιοπρέπεια και ποτέ δεν έπεσαν στην κακομοιριά.