μνησικακία
ουσιαστικόΣταθερή ή επίμονη πικρία και εχθρότητα απέναντι σε κάποιον λόγω αίσθησης ότι προκλήθηκε αδικία, η οποία μπορεί να εκδηλώνεται ως επιθυμία ανταπόδοσης ή αποστροφής.
Συνώνυμα
εκδικητικότητα κακεντρέχεια εχθρότητα κακία μοχθηρία έχθρα πικρία θυμός πίκρα αντιπάθεια ζήλια παράπονο σκληροκαρδία στυγνότητα μίσος μικροψυχία
Αντώνυμα
συγχώρεση συγχωρητικότητα συμπόνια καλοσύνη κατανόηση συμφιλίωση συμπάθεια φιλία ευγνωμοσύνη μεγαλοψυχία ανοχή αγάπη
Παραδείγματα χρήσης
- Η μνησικακία τον εμπόδιζε να συγχωρήσει τον παλιό του φίλο.
- Η μνησικακία στο πολιτικό κλίμα έκανε δύσκολη τη συνεργασία μεταξύ των κομμάτων.
- Πέρασε χρόνια προσπαθώντας να απαλλαγεί από τη μνησικακία που τον κατατρύχει.
- Στα λογοτεχνικά έργα η μνησικακία συχνά παρουσιάζεται ως κίνητρο εκδίκησης.
- Οι ιστορικές προστριβές τροφοδότησαν τη μνησικακία ανάμεσα στους δύο λαούς.