λυτρώνω

ρήμα

1. Ελευθερώνω κάποιον από δεσμά, σκλαβιά, αιχμαλωσία ή μεγάλο κίνδυνο.

2. Απαλλάσσω από ψυχικό βάρος, έντονη αγωνία, φόβο ή ενοχές, χαρίζοντας ανακούφιση.

3. Σώζω από την αμαρτία, τη φθορά ή την ηθική καταδίκη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ομολογία της αλήθειας τον λύτρωσε από τις τύψεις που τον βασάνιζαν επί χρόνια.
  • Η είδηση ότι όλοι ήταν σώοι μάς λύτρωσε από μια αβάσταχτη αγωνία.
  • Οι επαναστάτες πολέμησαν γενναία για να λυτρώσουν την πατρίδα τους από τον ζυγό.
  • Σύμφωνα με τη θεολογία, η θυσία έγινε για να λυτρώσει τους ανθρώπους από την αμαρτία.