μπακάλικο
ουσιαστικό1. Μικρό συνοικιακό κατάστημα λιανικής πώλησης τροφίμων και ειδών καθημερινής οικιακής ανάγκης.
2. (μεταφορικά, μειωτικό) Επιχείρηση, οργανισμός ή υπηρεσία που λειτουργεί πρόχειρα, ανοργάνωτα και αντιεπαγγελματικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πετάγομαι μέχρι το μπακάλικο της γειτονιάς να πάρω λίγο τυρί και ψωμί.
- Τα παλιά παραδοσιακά μπακάλικα έχουν σχεδόν εκλείψει από το κέντρο της πόλης.
- Δεν μπορείς να διοικείς μια πολυεθνική εταιρεία σαν να είναι μπακάλικο.
- Ο παππούς διατηρούσε ένα μικρό μπακάλικο στο χωριό για πάνω από σαράντα χρόνια.