καφενείο

ουσιαστικό

1. Εμπορικός ή κοινωνικός χώρος όπου παρασκευάζεται και σερβίρεται καφές και συνήθως άλλα ροφήματα, ενώ παρέχονται καθίσματα για συνομιλία και συνάντηση ανθρώπων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το καφενείο στο χωριό ανοίγει νωρίς κάθε πρωί.
  • Συζητούσαν πολιτικά στο καφενείο της πλατείας.
  • Συναντηθήκαμε στο καφενείο για να υπογράψουμε τα έγγραφα.
  • Οι συνταξιούχοι πηγαίνουν στο καφενείο για να παίξουν τάβλι και να κουβεντιάσουν.
  • Το παλιό καφενείο σερβίρει και μεζέδες μαζί με τον καφέ.