ουζερί
ουσιαστικόΧώρος ή κατάστημα όπου σερβίρονται κυρίως ούζο και συνοδευτικά μεζεδάκια (μεζέδες), συνήθως με χαλαρή, κοινωνική ατμόσφαιρα και έμφαση στην παρέα και το τσιμπολόγημα.
Συνώνυμα
μεζεδοπωλείο ουζάδικο τσιπουράδικο ρακάδικο ταβέρνα ταβερνάκι ψαροταβέρνα καπηλειό παμπ κουτούκι μπαρ μπυραρία εστιατόριο καφενείο μαγειρείο μπάρι καφετέρια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγαμε στο ουζερί για μεζέδες και ουζάκι μετά τη θάλασσα.
- Το ουζερί στην ψαραγορά σερβίρει φρέσκο χταπόδι και καλαμαράκια.
- Μετά τη δουλειά συναντιόμαστε στο ουζερί της γωνίας για να ξεσκάσουμε.
- Το παλιό ουζερί της γειτονιάς έχει παραδοσιακή διακόσμηση και ζωντανή μουσική τα Σαββατόβραδα.
- Ένα ουζερί μπορεί να γίνει το στέκι μιας παρέας όπου μοιράζονται ιστορίες και γέλια.