καπηλειό
ουσιαστικό1. Μικρό κατάστημα ή ταβέρνα, συνήθως λιτό και λαϊκό, όπου προσφέρονται ποτά (ιδιαίτερα κρασί) και συχνά απλό φαγητό, αποτελώντας χώρο κοινωνικής συνάθροισης.
Συνώνυμα
ταβέρνα ταβερνείο ταβερνάκι μπαρ καφενείο ουζερί ουζάδικο μεζεδοπωλείο μπυραρία τσιπουράδικο ποτοπωλείο μπάρι παμπ κουτούκι πανδοχείο ψησταριά εστιατόριο καντίνα παντοπωλείο μαγαζί καφετέρια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγαμε στο καπηλειό του χωριού για παραδοσιακό φαγητό.
- Το καπηλειό στη γωνία είχε κακή φήμη εξαιτίας των καβγάδων και των μεθυσμένων πελατών.
- Στην παλιά αγορά υπήρχε ένα καπηλειό που πουλούσε μπαχαρικά και υφάσματα.
- Οι παππούδες μου θυμούνται πως το καπηλειό ήταν τόπος συγκέντρωσης όπου μάθαινες τα νέα του χωριού.
- Η συζήτηση στο φόρουμ μετέτρεψε το νήμα σε ένα ψηφιακό καπηλειό γεμάτο φήμες και φωνασκίες.