νευριάζω
ρήμα1. Καταλαμβάνομαι από έντονο εκνευρισμό, οργή ή θυμό και χάνω την ηρεμία μου.
2. Προκαλώ σε κάποιον εκνευρισμό, δυσαρέσκεια ή οργή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ηρεμώ καλμάρω γαληνεύω καταπραΰνω κατευνάζω ξεθυμαίνω μαλακώνω καταλαγιάζω πραΰνω συνέρχομαι εφησυχάζω
Παραδείγματα χρήσης
- Πάντα νευριάζω όταν κάποιος διακόπτει τη συζήτηση χωρίς να ακούσει.
- Η συμπεριφορά του τον τελευταίο καιρό με νευριάζει αφάνταστα.
- Μόλις έμαθε τα νέα για την καθυστέρηση της πτήσης, νεύριασε και άρχισε να φωνάζει.
- Προσπάθησε να μη νευριάσεις, ό,τι έγινε έγινε και δεν αλλάζει.