ξαναγίνομαι
ρήμα1. Επανέρχομαι σε προηγούμενη μορφή, κατάσταση ή ιδιότητα, αποκτώντας ξανά ό,τι υπήρχε πριν.
2. Συμβαίνει ή πραγματοποιείται πάλι ένα γεγονός, μια ενέργεια ή μια διαδικασία, εκδηλώνοντας επανάληψη.
Συνώνυμα
επαναλαμβάνομαι επανέρχομαι επαναφέρομαι ανανεώνομαι αναγεννιέμαι αναβιώνω ξαναφτιάχνομαι επανιδρύομαι επιστρέφω μεταμορφώνομαι ανακαινίζομαι αναδιοργανώνομαι αναστήνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν παίζω με τα παιδιά, ξαναγίνομαι παιδί.
- Μετά από μια καλή ξεκούραση, ξαναγίνομαι υγιής και γεμάτος ενέργεια.
- Με την πρώτη νότα της μελωδίας, ξαναγίνομαι και θυμάμαι παλιές στιγμές.
- Αφού επισκεύασα τον υπολογιστή, ξαναγίνομαι σε θέση να δουλεύω αποδοτικά.
- Μετά τη συνταξιοδότηση, ξαναγίνομαι δάσκαλος τα απογεύματα.