ξεβράκωμα
ουσιαστικό1. Αφαίρεση του εσωρούχου ή του παντελονιού και έκθεση των οπισθίων ή των γεννητικών οργάνων.
2. (Μεταφορικά) Πλήρης ηθικός ή κοινωνικός διασυρμός, ταπείνωση και εξευτελισμός.
Συνώνυμα
ξεγύμνωμα ξεμπρόστιασμα ρεζίλεμα εξευτελισμός διαπόμπευση διασυρμός ξεσκέπασμα αποκάλυψη απομυθοποίηση γελοιοποίηση ντρόπιασμα απογύμνωση ξετίναγμα στηλίτευση τάπωμα συντριβή κατατρόπωση αποκαθήλωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δημοσιογραφική έρευνα οδήγησε στο πλήρες ξεβράκωμα του διεφθαρμένου παράγοντα.
- Η συντριπτική ήττα με μεγάλο σκορ αποτέλεσε ανεπανόρθωτο ξεβράκωμα για τη διοίκηση της ομάδας.
- Μετά το δημόσιο ξεβράκωμα που υπέστη στη συνέλευση, αναγκάστηκε να υποβάλει άμεσα την παραίτησή του.
- Το ατυχές σκίσιμο του παντελονιού κατέληξε σε απρόοπτο ξεβράκωμα πάνω στη σκηνή.