ξεγυμνωμένος
επίθετο1. Αυτός από τον οποίο έχουν αφαιρεθεί τα ενδύματα ή τα καλύμματα.
2. (Για φυτά, δέντρα ή εκτάσεις) αυτός που έχει χάσει τα φύλλα, τη βλάστηση ή το εξωτερικό περίβλημα.
Συνώνυμα
απογυμνωμένος γυμνωμένος ξεγδυμένος γδυτός γυμνός ολόγυμνος τσιτσιδωμένος ξεσκέπαστος ξεσκεπασμένος αποψιλωμένος εκτεθειμένος ακάλυπτος αποκαλυμμένος απροστάτευτος ανυπεράσπιστος αφοπλισμένος λεηλατημένος ρημαγμένος
Αντώνυμα
ντυμένος καλυμμένος σκεπασμένος ενδεδυμένος κουκουλωμένος περιβεβλημένος προστατευμένος θωρακισμένος οπλισμένος ασφαλισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιζών βρέθηκε ξεγυμνωμένος και ταλαιπωρημένος μέσα στο χιόνι.
- Τα ξεγυμνωμένα από το κρύο κλαδιά των δέντρων έμοιαζαν με μαύρες σκιές στον ορίζοντα.
- Μετά τις απανωτές αποκαλύψεις για τη δράση του, ο πολιτικός ένιωσε εντελώς ξεγυμνωμένος στα μάτια της κοινής γνώμης.
- Η ξαφνική οικονομική κρίση άφησε το νοικοκυριό τους επιχειρησιακά και οικονομικά ξεγυμνωμένο.