ξεσκεπασμένος
επίθετο1. Αυτός που δεν έχει κάλυμμα, σκέπαστρο ή ρούχα να τον σκεπάζουν.
2. (Μεταφορικά) Αυτός που έχουν αποκαλυφθεί οι κρυφές πράξεις, τα ψεύδη, οι δόλιες προθέσεις ή η πραγματική του ταυτότητα.
Συνώνυμα
ασκέπαστος ακάλυπτος ξεμπροστιασμένος αποκαλυμμένος εκτεθειμένος ξεγυμνωμένος απογυμνωμένος έκθετος φανερωμένος ανοιχτός γυμνός απροστάτευτος αφύλακτος προδομένος
Αντώνυμα
σκεπασμένος καλυμμένος σκεπαστός κουκουλωμένος συγκαλυμμένος κρυμμένος προστατευμένος προφυλαγμένος στεγασμένος τυλιγμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το μωρό κλωτσούσε τα σεντόνια και κοιμόταν εντελώς ξεσκεπασμένο όλη τη νύχτα.
- Μην αφήνεις το φαγητό ξεσκεπασμένο στο τραπέζι γιατί μαζεύει έντομα.
- Μετά τα αδιάσειστα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος έμεινε ξεσκεπασμένος.
- Ο παλιός αχυρώνας με τη μισή στέγη ξεσκεπασμένη μούσκευε σε κάθε καταιγίδα.