προφυλαγμένος
επίθετο1. Που προστατεύεται από φυσικά φαινόμενα, εξωτερικούς κινδύνους ή βλάβες.
2. Που βρίσκεται σε ασφαλές, απάνεμο ή καλυμμένο σημείο.
3. Που έχει λάβει προληπτικά μέτρα ασφαλείας ή επιδεικνύει επιφυλακτικότητα.
Συνώνυμα
προστατευμένος φυλαγμένος διαφυλαγμένος περιφρουρημένος ασφαλής ασφαλισμένος καλυμμένος θωρακισμένος οχυρωμένος εξασφαλισμένος απάνεμος στεγασμένος απρόσβλητος επιφυλακτικός προσεκτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το λιμανάκι ήταν καλά προφυλαγμένο από τους δυνατούς βοριάδες.
- Μετά τον εμβολιασμό ένιωθε πιο προφυλαγμένος απέναντι στην εποχική γρίπη.
- Τα ευαίσθητα φυτά πρέπει να τοποθετούνται σε προφυλαγμένο μέρος τις νύχτες με παγετό.
- Κυκλοφορούσε πάντοτε προφυλαγμένη, αποφεύγοντας τα μέρη με έντονο συνωστισμό.