αφύλακτος
επίθετο1. Που δεν φυλάσσεται, δεν φρουρείται και δεν επιτηρείται από αρμόδιο άτομο ή ειδικό μηχανισμό.
2. Που δεν έχει ασφαλιστεί, κλειδωθεί ή προστατευτεί επαρκώς, με αποτέλεσμα να μένει έκθετος σε κλοπή, φθορά ή ζημιά.
Συνώνυμα
αφρούρητος απεριφρούρητος αφύλαχτος απροστάτευτος ανεπίβλεπτος αδιασφάλιστος ανοχύρωτος αθωράκιστος ανυπεράσπιστος εκτεθειμένος ακάλυπτος ευάλωτος ανοιχτός παρατημένος εγκαταλελειμμένος ξέσκεπος έρμος
Αντώνυμα
φυλασσόμενος φρουρούμενος προστατευμένος περιφρουρούμενος επιτηρούμενος ασφαλισμένος θωρακισμένος οχυρωμένος ασφαλής καλυμμένος κατοχυρωμένος περιτειχισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Πέρασε με μεγάλη ταχύτητα από μια αφύλακτη σιδηροδρομική διάβαση, αγνοώντας την πινακίδα κινδύνου.
- Μην αφήνεις τα προσωπικά σου αντικείμενα αφύλακτα στην παραλία όταν πας για μπάνιο.
- Το στρατόπεδο έμεινε εντελώς αφύλακτο κατά τη διάρκεια της νύχτας λόγω έλλειψης προσωπικού.
- Η απροσεξία του τον άφησε αφύλακτο απέναντι στα σκληρά χτυπήματα των πολιτικών του αντιπάλων.