φρουρούμενος
επίθετο1. Αυτός που επιτηρείται ή προστατεύεται από φρουρούς για λόγους ασφαλείας.
2. Αυτός που τελεί υπό αυστηρή επιτήρηση ή κράτηση από αστυνομικές ή στρατιωτικές αρχές.
Συνώνυμα
φυλασσόμενος περιφρουρούμενος επιτηρούμενος ελεγχόμενος προστατευόμενος προστατευμένος παρακολουθούμενος περιπολούμενος διαφυλαγμένος προφυλαγμένος συνοδευόμενος κρατούμενος οχυρωμένος θωρακισμένος περιφραγμένος
Αντώνυμα
αφρούρητος αφύλακτος ανεπιτήρητος απροστάτευτος εκτεθειμένος ακάλυπτος ανεξέλεγκτος ανοχύρωτος ελεύθερος ευάλωτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στον ανακριτή φρουρούμενος από πάνοπλους αστυνομικούς.
- Η είσοδος της πρεσβείας είναι αυστηρά φρουρούμενη σε εικοσιτετράωρη βάση.
- Ο τραυματίας κρατούμενος νοσηλεύεται φρουρούμενος σε ειδικό θάλαμο του νοσοκομείου.
- Το στρατηγείο παραμένει ένας εξαιρετικά φρουρούμενος χώρος, απρόσιτος για το ευρύ κοινό.