προστατευόμενος

επίθετο

1. Αυτός που δέχεται φροντίδα, κάλυψη ή βοήθεια από κάποιο ισχυρότερο πρόσωπο ή φορέα· ευνοούμενος ή κηδεμονευόμενος.

2. Αυτός που διαφυλάσσεται από κινδύνους, απειλές ή βλάβες.

Συνώνυμα

προφυλαγμένος κηδεμονευόμενος περιφρουρούμενος υποστηριζόμενος διαφυλασσόμενος ευνοούμενος διατηρητέος εξαρτώμενος θωρακισμένος ασφαλισμένος διαφυλαγμένος φροντιζόμενος ασφαλής καλυμμένος οχυρωμένος απρόσβλητος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο νεαρός μουσικός ήταν ο αγαπημένος προστατευόμενος του διάσημου μαέστρου.
  • Η θαλάσσια χελώνα αποτελεί αυστηρά προστατευόμενο είδος στην Ελλάδα.
  • Στη φορολογική δήλωση πρέπει να αναγραφούν όλα τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειας.
  • Το φαράγγι έχει ανακηρυχθεί προστατευόμενη περιοχή εξαιρετικού φυσικού κάλλους.