ξετυλίγω

ρήμα

1. Ανοίγω ή απλώνω κάτι που είναι τυλιγμένο σε ρολό ή πακέτο (π.χ. χαρτί, ύφασμα, σχοινί).

2. (μεταφορικά) Εκθέτω, παρουσιάζω ή αναπτύσσω σταδιακά σκέψεις, αναμνήσεις ή μια αφήγηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

τυλίγω περιτυλίγω διπλώνω κουβαριάζω κουλουριάζω μαζεύω συμπτύσσω συσπειρώνω μπερδεύω κρύβω συγκαλύπτω

Παραδείγματα χρήσης

  • Το παιδί άρχισε να ξετυλίγει με λαχτάρα το χαρτί του δώρου.
  • Χρειάζεται να ξετυλίξουμε το καλώδιο για να φτάσει μέχρι την άλλη άκρη του δωματίου.
  • Στο βιβλίο του ξετυλίγει με μοναδική μαεστρία τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας.
  • Μπροστά στα μάτια των θεατών ξετυλίγεται μια συναρπαστική ιστορία μυστηρίου.